«Η όψιμη ανακάλυψη της επισφαλούς εργασίας» Από την Αυγή της Κυριακής 22 Μαρτίου 2009

Η όψιμη ανακάλυψη της επισφαλούς εργασίας 22/03/2009
Της Εφης Αβδελα

Η πρωτοφανής επίθεση ενάντια στην Κωνσταντίνα Κούνεβα λίγο πριν τις γιορτές των Χριστουγέννων προκάλεσε ένα επίσης πρωτοφανές κίνημα αλληλεγγύης, που οργανώθηκε πραγματικά από τα κάτω και τροφοδοτήθηκε από το κλίμα που δημιούργησε η εξέγερση του Δεκέμβρη. Έχουν ειπωθεί και έχουν γραφτεί τόσα πολλά για την υπόθεση αυτή, που αναρωτιέται κανείς τι καινούριο μπορεί να προσφέρει στη σημερινή συζήτηση, εκτός φυσικά από μια επιπλέον ένδειξη αλληλεγγύης. Με ένα συναίσθημα αμηχανίας, λοιπόν, θα επιδιώξω να εστιαστώ σε μία όψη της υπόθεσης που, μολονότι έχει θιγεί, θεωρώ ότι παραμένει υποβαθμισμένη στις περισσότερες προσεγγίσεις.
Η επίθεση ανέδειξε στην πρώτη γραμμή της επικαιρότητας ένα εξαιρετικά σοβαρό ζήτημα που αφορά τις συνθήκες στις οποίες εργάζονται πολλές χιλιάδες εργαζόμενοι και έχουν χαρακτηριστεί διεθνώς με τον όρο «επισφαλής εργασία». Θα υποστηρίξω ότι οι «επισφαλείς» συνθήκες εργασίες δεν είναι νέο φαινόμενο. Αντίθετα, «επισφαλείς» ήταν πάντα οι συνθήκες αμειβόμενης εργασίας των γυναικών: απολύονταν πρώτες, πληρώνονταν λιγότερο, αντιμετωπίζονταν με καχυποψία από τα συνδικάτα, και οι νόμοι τις ήθελαν προσωρινές. Ακόμη περισσότερο «επισφαλείς» και «αόρατες» ήταν εκείνες οι εργασίες που θεωρούνταν «φυσικές» για τις γυναίκες. Σε αυτές ανήκει και το είδος εργασίας τις συνθήκες της οποίας αγωνιζόταν να αλλάξει η Κωνσταντίνα Κούνεβα, δηλαδή του καθαρισμού δημόσιων χώρων. Το όψιμο ενδιαφέρον για την «επισφαλή εργασία» συναρτάται άμεσα με το γεγονός ότι οι πρόσφατες αλλαγές στις πρακτικές των εργασιακών σχέσεων επεκτείνουν σε άντρες εργαζόμενους, και μάλιστα νέους, τις συνθήκες που αντιμετώπιζαν οι γυναίκες εργαζόμενες σε όλους τους τομείς εργασίας για περίπου δύο αιώνες. Πλήττονται δηλαδή εκείνες οι κατηγορίες εργαζομένων που ιστορικά ταυτίζονται με τη σταθερή, τακτικά αμειβόμενη και προστατευμένη από την εργατική νομοθεσία εργασία, την κατεξοχήν μισθωτή εργασία, την εργασία των αντρών.
Η αμειβόμενη εργασία των γυναικών υπήρξε εξ ορισμού «επισφαλής». Ανεξάρτητα από το αν ονομάστηκε «εφεδρική», «βοηθητική» ή «συμπληρωματική», ήταν συστηματικά η χαμηλότερα αμειβόμενη, η περισσότερο πρόσκαιρη και η εντονότερα ανασφαλής. Το γεγονός ότι οι γυναίκες ταυτίζονταν από όλους, κατά κύριο λόγο, με το σπίτι και την οικογένεια, και η ταύτιση αυτή αντιμετωπιζόταν ως φυσική είχε σημαντικές συνέπειες στον τρόπο με τον οποίο οργανώθηκε η μισθωτή εργασία στις βιομηχανικές κοινωνίες: οργανώθηκε ως αυτόχρημα αντρική. Ταυτίστηκε με τον κουβαλητή της οικογένειας, τον αρχηγό της, εκείνον που ήταν υπεύθυνος για την προστασία και τη φροντίδα των εξαρτώμενων μελών της, γεγονός που του επέτρεπε να απαιτήσει ο ρόλος του αυτός να αναγνωριστεί πολιτικά, να γίνει δηλαδή πολίτης. Η μαζική παρουσία των γυναικών στα εργοστάσια θεωρήθηκε απόδειξη της βαρβαρότητας του καπιταλισμού, που έβγαζε τις γυναίκες από τον φυσικό τους χώρο, τη φροντίδα της οικογένειας, και τις μετέτρεπε σε ανταγωνίστριες των συντρόφων τους. Σε αυτές τις αναπαραστάσεις στηρίχθηκαν οι εργατικοί αγώνες, η οργάνωση των συνδικάτων, η διαμόρφωση της εργατικής νομοθεσίας και οι εργοδοτικές πρακτικές για δύο αιώνες, συχνά μάλιστα ενάντια σε ό,τι θα μπορούσε να θεωρηθεί «συμφέρον» του κεφαλαίου.
Η θεώρηση ότι ο χώρος εργασίας δεν είναι ο φυσικός χώρος για τις γυναίκες διατηρήθηκε τον 20ό αιώνα, παρά το γεγονός ότι η ραγδαία ανάπτυξη των υπηρεσιών πολλαπλασίασε τα ποσοστά των εργαζόμενων γυναικών, ιδίως όσο αυξάνονταν τα προσόντα τους και περιορίζονταν οι ρυθμίσεις που τους απαγόρευαν την είσοδο. Ωστόσο η βασική ανισότητα μεταξύ αντρών και γυναικών στην αγορά εργασίας δεν ανατράπηκε, μολονότι μετασχηματίστηκαν τα συγκεκριμένα χαρακτηριστικά της. Σε κάθε περίπτωση, μέχρι αργά τον 20ό αιώνα, στη βιομηχανία ή στις υπηρεσίες, οι γυναίκες απολύονταν πρώτες, πληρώνονταν χαμηλότερα και προστατεύονταν λιγότερο. Η αυτόνομη συνδικαλιστική τους οργάνωση αντιμετωπιζόταν ως διασπαστική και ο νόμος τις αντιμετώπιζε ως «ειδική κατηγορία» εργαζομένων. Ακόμη και σήμερα, μολονότι στις δυτικές χώρες έχουν καταργηθεί οι περιοριστικές ρυθμίσεις για την είσοδο των γυναικών σε διάφορους τομείς εργασίας και η τυπική ανισότητα στις αμοιβές και την ανέλιξη, αποτελεί ωστόσο κοινό τόπο ότι οι γυναίκες είναι ελάχιστες στις πιο προσοδοφόρες εργασίες και τις ανώτερες βαθμίδες της εργασιακής ιεραρχίας, ενώ αποτελούν την πλειοψηφία στα ποσοστά ανεργίας και στις «επισφαλείς» εργασίες. Ακόμη περισσότερο, όσες δουλεύουν χρεώνονται αυτές τα εκάστοτε προβλήματα οικογενειακής συνοχής και λειτουργίας. Για παράδειγμα, πρόσφατα επιφανής ψυχίατρος εντόπισε τις δυσλειτουργίες της ελληνικής οικογένειας που ανέδειξαν, υποτίθεται, τα γεγονότα του Δεκεμβρίου, στην αμειβόμενη εργασία των γυναικών και στον φεμινισμό.

Η εργασία των γυναικών όχι ως δικαίωμα, αλλά ως «δυνατότητα»
Με δυο λόγια, στην ιστορική της διαμόρφωση, η εργασία των γυναικών δεν αποτέλεσε δικαίωμα, όπως για τους άντρες, αλλά δυνατότητα που τους προσφερόταν κατά περιόδους και υπό όρους. Οι εργασίες που έκαναν τα «γυναικεία επαγγέλματα» ήταν πάντα υποβαθμισμένα και συχνά αντιμετωπίζονταν ως συνέχεια των «φυσικών» τους ιδιοτήτων, γι’ αυτό και χαρακτηρίζονταν συστηματικά «ανειδίκευτα». Σε περιόδους κρίσης απολύονταν πρώτες, γιατί σημασία για την κοινωνική συνοχή είχε πάντα η εργασία των αντρών. Η υποτίμηση, η ανασφάλεια, η υποβάθμιση και οι διακρίσεις ήταν για μεγάλα τμήματα του γυναικείου πληθυσμού οι όροι με τους οποίους έπρεπε να συμβιβαστούν για να αντιμετωπίσουν τις βιοποριστικές τους ανάγκες. Παρά την ικανοποίηση που άντλησαν πολλές από την οικονομική ανεξαρτησία την οποία τους πρόσφερε η αμειβόμενη εργασία, η εργασιακή εμπειρία ήταν για πάρα πολλές γυναίκες ταυτισμένη με την απογοήτευση και την αίσθηση της αδικίας. Συχνά ήταν επίσης ταυτισμένη με τη βία, πραγματική, σεξουαλική ή ακόμη συχνότερα συμβολική.
Μολονότι εξ ορισμού υποδεέστερα, τα «γυναικεία επαγγέλματα» εμφανίζουν ωστόσο συγχρόνως μια εσωτερική ιεραρχία. Η ιεραρχία αυτή αφενός είναι αντίστοιχη με εκείνη που συνδέεται με τον κοινωνικό καταμερισμό εργασίας ανάμεσα στις χειρωνακτικές και μη δουλειές, αφετέρου καταγράφει τη μικρότερη ή μεγαλύτερη απόσταση ανάμεσα στο συγκεκριμένο κάθε φορά επάγγελμα και τις «φυσικές» ιδιότητες που αποδίδονται στις γυναίκες.

Καθαρίστριες: η οικιακή εργασία έξω από το σπίτι
Η Κωνσταντίνα Κούνεβα εργαζόταν ως καθαρίστρια. Δηλαδή εκτελούσε στον δημόσιο χώρο εκείνη τη δουλειά που ταυτίζεται από πολύ παλιά, και στα περισσότερα μήκη και πλάτη, με τις γυναίκες, την ιδιαίτερη, υποτίθεται, φύση τους και τον κατεξοχήν προορισμό τους: την οικιακή εργασία. Στην Ελλάδα η οικιακή εργασία βγαίνει για πρώτη φορά έξω από το σπίτι και μετατρέπεται στο επάγγελμα της καθαρίστριας κατά τον Μεσοπόλεμο. Η εξέλιξη αυτή συνδέεται με την εξάπλωση και τη διαφοροποίηση των υπηρεσιών, δημόσιων και ιδιωτικών. Ιδίως σε μεγάλους χώρους εργασίας, τράπεζες, δημόσιες υπηρεσίες, εταιρίες, οι καθαρίστριες αναλαμβάνουν εργασίες που παλαιότερα έκαναν οι υπάλληλοι.
Στον Μεσοπόλεμο, οι καθαρίστριες ήταν οι περισσότερες παντρεμένες ή χήρες, προέρχονταν από φτωχά στρώματα των μεγάλων πόλεων και ήταν οι περισσότερες χωρίς μόρφωση. Στις δημόσιες υπηρεσίες, μολονότι υπήρχαν οργανικές θέσεις υπηρετικού προσωπικού, οι καθαρίστριες δεν ήταν μόνιμες. Πληρώνοντας με την ώρα ή την ημέρα. Το αίτημα να μονιμοποιηθούν διατυπώνεται επανειλημμένα και υιοθετείται από τις φεμινιστικές οργανώσεις του Μεσοπολέμου, αλλά μάταια. Οι καθαρίστριες εργάζονταν σε συνθήκες ανασφάλειας και εκμετάλλευσης, χωρίς την υποστήριξη των εργατικών σωματείων που υπάρχουν στους χώρους εργασίας. Ποιος θα ασχοληθεί την εποχή εκείνη με γυναίκες, συχνά κάποιας ηλικίας, που οι ατυχίες της ζωής τους τις υποχρέωσαν να κάνουν στα γραφεία την ίδια, ανειδίκευτη όπως επιμένουν όλοι, εργασία που κάνουν στο ίδιο τους το σπίτι, που βρίσκονται δηλαδή στον αντίποδα εκείνου που συνιστά για τις συνδικαλιστικές οργανώσεις της εποχής την επιτομή της εργασίας;
Οι καθαρίστριες μονιμοποιούνται μέσα στην Κατοχή, το 1943, με βαθμό και μισθό κλητήρα. Συνεχίζουν ωστόσο να πληρώνονται ως ημερομίσθιες, ενώ πολλές είναι έκτακτες. Δέκα χρόνια αργότερα, το 1953, χάνουν την ιδιότητα του δημόσιου υπαλλήλου και οι οργανικές τους θέσεις καταργούνται. Έκτοτε, και μέχρι τις πρόσφατες εργολαβικές αναθέσεις της καθαριότητας, εργάζονταν στις υπηρεσίες του δημόσιου τομέα με μια μεγάλη ποικιλία εργασιακών σχέσεων: συμβάσεις αορίστου χρόνου, σχέσεις μίσθωσης έργου, αμοιβή με πάγια επιχορήγηση, σύμβαση ιδιωτικού δικαίου και άλλα. Σε κάθε περίπτωση, λιγότερο ή περισσότερο μόνιμες, οι καθαρίστριες ήταν οι κατεξοχήν επισφαλείς εργαζόμενες του δημόσιου τομέα. Έχει ενδιαφέρον να σταθούμε λίγο στα επιχειρήματα με τα οποία καταργήθηκε το 1953 η δημοσιοϋπαλληλική ιδιότητα των καθαριστριών. Παραθέτω από την εισηγητική έκθεση του σχετικού νόμου:
«Παρετηρήθη, ότι κατά το πλείστον αι καθαρίστριαι, ως μονιμοποιηθείσαι εις τακτικάς θέσεις, κρίνουσαι προφανώς ότι εξησφαλίσθη και κατεχυρώθη η εν τη υπηρεσία παραμονή των, ου μόνον παραμελούσι να εκτελώσι τα καθήκοντα αυτών κατά καλόν τρόπον, αλλά κατά το πλείστον υπό διάφορα νομιμοφανή προσχήματα, άτινα επικαλούνται, απουσιάζουσι συχνότατα εκ της υπηρεσίας των» (1953).
Με άλλα λόγια, ο νομοθέτης θεωρεί καταχρηστική για τις καθαρίστριες τη χρήση των εργατικών νόμων, επειδή τους παρέχουν τα «νομιμοφανή προσχήματα» για να απουσιάζουν από την υπηρεσία τους. Για καμία άλλη κατηγορία εργαζομένων δεν τόλμησε ο νομοθέτης να ισχυριστεί ότι η εφαρμογή των νόμων αποτελεί κατάχρηση.
Δεν είναι γνωστό κατά πόσο υπήρξαν διαμαρτυρίες των δημοσιοϋπαλληλικών ή άλλων οργανώσεων για την παραπάνω ρύθμιση. Στο μετεμφυλιακό κλίμα της εποχής, η πιο αδύναμη και ευάλωτη κατηγορία εργαζομένων, μετά τις υπηρέτριες στα σπίτια, δύσκολα κινητοποιείται και κινητοποιεί. Δεν ανάφερα τυχαία τις υπηρέτριες. Οι καθαρίστριες είναι ιστορική μετεξέλιξή τους. Δεν συνιστούν μόνο προέκταση της οικιακής εργασίας στον δημόσιο χώρο, αλλά και ριζική ανατροπή των εργασιακών σχέσεων, την έξοδο από το ιδίωμα της συγγένειας και την ένταξη σε καθεστώς τυπικής έμμισθης εργασίας, με ωράρια, κανόνες και την όποια προστασία των εργατικών νόμων. Η μετατροπή της υπηρέτριας σε καθαρίστρια υποτίθεται ότι μετατρέπει την «αόρατη» οικιακή εργασία σε ορατή πληρωμένη εργασία. Αυτό θεωρητικά, γιατί η εφαρμογή όλων αυτών στην πράξη απέχει πολύ από το παραπάνω σχήμα. Ο καθαρισμός των δημόσιων χώρων παραμένει «αόρατη» εργασία, θεωρείται απασχόληση ανάγκης και όχι επάγγελμα, κατεξοχήν «γυναικεία» εργασία, ταυτισμένη με τη «γυναικεία φύση», δηλαδή αποκλειστικά και αέναα αναπαραγωγική, με την πιο κυριολεκτική έννοια του όρου. Η επιθεωρητές εργασίας δεν την αναφέρουν ποτέ, οι εργατικοί νόμοι δεν εφαρμόζονται γι’ αυτήν και ο οργανωμένος συνδικαλισμός την αγνοεί συστηματικά. Οι ίδιες οι εργαζόμενες στην καθαριότητα δύσκολα θα αργήσουν να υπερβούν όλα αυτά τα εμπόδια και να οργανωθούν.
Στην κατώτερη κλίμακα των εργασιών που κάνουν οι γυναίκες, η καθαριότητα γίνεται σήμερα ακόμη πιο επισφαλής γιατί την αναλαμβάνουν μετανάστριες, δηλαδή πολλαπλά ευάλωτες εργαζόμενες. Αν η καθαριότητα είναι μια φορά αόρατη εργασία, η καθαριότητα που κάνουν μετανάστριες είναι δυο φορές αόρατη. Όχι μόνο επειδή συχνά γίνεται έξω από τις ώρες της «κανονικής» εργασίας, αλλά και γιατί συνοδεύεται από δυσκολία επικοινωνίας με τους άλλους εργαζόμενους.
Ξένη, μορφωμένη και μαχητική, η Κωνσταντίνα Κούνεβα αντιπροσώπευε σε πολλαπλά επίπεδα την υπέρβαση των παραπάνω αναπαραστάσεων. Γι’ αυτό έπρεπε να «μπει στη θέση της», να σωπάσει, να ταπεινωθεί με μια «τιμωρία» που παραπέμπει ακριβώς στον χώρο του ιδιωτικού και της «γυναικείας φύσης» με τον οποίο συνδέεται το φύλο και η δουλειά της. Η ακραία βία της επίθεσης εναντίον της, το βιτριόλι που της έριξαν και την ανάγκασαν να πιει, αποσκοπούσε –συνειδητά ή ασυνείδητα, δεν έχει σημασία– να δώσει ένα ηχηρό μήνυμα σε όλες τις γυναίκες: να μην τολμούν να υπερβαίνουν τη θέση τους, αυτή που σε κάθε χώρο εργασίας τους επιτρέπεται ως θεμιτή. Γι’ αυτό έχει σημασία εξίσου ηχηρά να απορρίψουμε αυτό το μήνυμα, και πρώτα από όλα κάνοντας ορατό το νόημά του. Αυτό μας συνδέει με την Κωνσταντίνα Κούνεβα, αυτό μας κινητοποιεί να την υπερασπιστούμε, και όχι μόνο η φρίκη της βίας εναντίον της ή οι απάνθρωπες συνθήκες εκμετάλλευσης της «επισφαλούς εργασίας».

Η Έφη Αβδελά διδάσκει σύγχρονη Ιστορία στο Πανεπιστήμιο Κρήτης Το κείμενο εκφωνήθηκε σε εκδήλωση που διοργάνωσε το περιοδικό «Ιστορείν/Historein», στις 16 Μαρτίου 2009, με τίτλο «Από την αφάνεια της επισφαλούς ‘γυναικείας εργασίας’: συζήτηση με αφορμή την επίθεση εναντίον της Κωνσταντίνας Κούνεβα».

Λεζάντες:
«Γυναίκες», χαρακτικό του Τάσσου, 1974
Γιώργος Γουναρόπουλος, «Κορίτσια που κεντούν», 1920-1922

0 Responses to “«Η όψιμη ανακάλυψη της επισφαλούς εργασίας» Από την Αυγή της Κυριακής 22 Μαρτίου 2009”



  1. Σχολιάστε

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s





Αρέσει σε %d bloggers: